Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Θάλασσα!!!!



Αγκαλιά να με πάρεις θάλασσά μου εσύ
τη μπορώ την αρμύρα και ας είναι πληγή.
Γίνε δρόμος και μοίρα θάλασσά μου και πες
τι σημαίνουν οι λέξεις αλλά κι οι σιωπές.

Αν με ζητήσει κανείς
δεν υπάρχω εγώ γίναμε ένα να πεις.
Μέσα σου χάθηκα πια
απ το λίγο που ζω ας πνιγώ στα βαθιά.
Αν με ζητήσει κανείς
θάλασσα σώσε με κάτι να βρεις να τους πεις.

Μέσα στα κύματά σου να με κρύβεις εδώ
από ψέμα κι ανθρώπους πλημμυρίζει ο καημός.

Αν με ζητήσει κανείς
δεν υπάρχω εγώ γίναμε ένα να πεις.
Μέσα σου χάθηκα πια
απ το λίγο που ζω ας πνιγώ στα βαθιά.
Αν με ζητήσει κανείς
θάλασσα σώσε με κάτι να βρεις να τους πεις.


Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Μονόγραμμα


Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο


Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

I'VE MADE UP YOUR MIND....



Don't cry to me.
If you loved me,
You would be here with me.
You want me,
Come find me.
Make up your mind.

Should I let you fall?
Lose it all?
So maybe you can remember yourself.
Can't keep believing,
We're only deceiving ourselves .
And I'm sick of the lie,
And you're too late.

Don't cry to me.
If you loved me,
You would be here with me.
You want me,
Come find me.
Make up your mind.

Couldn't take the blame.
Sick with shame.
Must be exhausting to lose your own game.
Selfishly hated,
No wonder you're jaded.
You can't play the victim this time,
And you're too late.

Don't cry to me.
If you loved me,
You would be here with me.
You want me,
Come find me.
Make up your mind.

You never call me when you're sober.
You only want it cause it's over,
It's over.

How could I have burned paradise?
How could I - you were never mine.

So don't cry to me.
If you loved me,
You would be here with me.
Don't lie to me,
Just get your things.
I've made up your mind

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Amaranth....



Baptised with a perfect name
The doubting one by heart
Alone without himself

War between him and the day
Need someone to blame
In the end, little he can do alone

You believe but what you see
You receive but what you give

Caress the one, the Never-Fading rain in your heart
- the tears of snow-white sorrow
Caress the one, the hiding amaranth
In a land of the daybreak

Apart from the wandering pack
In this brief flight of time
we reach For the ones who ever dare

You believe but what you see
You receive but what you give

Caress the one, the Never-Fading rain in your heart
- the tears of snow-white sorrow
Caress the one, the hiding amaranth
In a land of the daybreak

Caress the one, the Never-Fading rain in your heart
- the tears of snow-white sorrow
Caress the one, the hiding amaranth
In a land of the daybreak

Reachin', searchin' for something untouched
Hearing voices of the Never-Fading callin'
Callin'...Callin'

Caress the one, the Never-Fading rain in your heart
- the tears of snow-white sorrow
Caress the one, the hiding amaranth
In a land of the daybreak

Caress the one, the Never-Fading rain in your heart
[caress the one]
- the tears of snow-white sorrow
Caress the one, the hiding amaranth
[Rain]
In a land of the daybreak...day-Break!


Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

ΤΕΛΙΚΑ....



Ανάμεσα στα λόγια που μου χάρισες υπάρχουν δυο λέξεις που ρισκάρισες να μην πεις. Ανάμεσα στην γεύση απ’ τα χείλη σου την πίκρα πάλι έκανες για φίλη σου την σιωπή….. Τελικά δεν χωράς στην ζωή μου τελικά δεν μιλάς στην ψυχή μου τελικά από τώρα και πέρα θέλω πια τον δικό μου αέρα. Ανάμεσα σε εικόνες που δεν ζήσαμε υπάρχουνε στιγμές που αδικήσαμε εμείς οι δυο ανάμεσα σε τόσα που διστάζουμε κατάλαβα πως γίνεται να αλλάζουμε μόνο εγώ… Τελικά δεν χωράς στην ζωή μου τελικά δεν μιλάς στην ζωή μου τελικά από τώρα και πέρα θέλω πια τον δικό μου αέρα… Τελικά….


ΕΔΩ..ΕΚΕΙ..ΠΑΝΤΟΥ..ΕΣΥ...


Αναρωτιέμαι αν ανησυχείς, αν βλέπεις τηλεόραση, αν μιλάς στον ύπνο σου... Αν..Αν...Αν...
Αν δαγκώνεις τα χείλια σου όταν μου μιλάς. Αναρωτιέμαι αν πεινάς.
Αναρωτιέμαι αν διπλώνεις τα ρούχα σου το βράδυ πριν κοιμηθείς...

Αν ακούς τους γονείς σου, αν σκέπτεσαι σαν τους γονείς σου... Αναρωτιέμαι αν πίνεις τσάι.. αν καπνίζεις τσιγάρα..αν σ'αρέσει το τυρκουάζ.

Κολυμπάς στη θάλασσα?
Σ'αρέσει?
Έχεις οικογένεια?
Έχεις πατρίδα?

Αναρωτιέμαι αν με ξέρεις. Αν Μπορείς να με καταλάβεις μέσα απο λέξεις. Αναρωτιέμαι αν φοβάσαι. Αναρωτιέμαι αν πήγες στο στάδιο. Αν άκουσες τη μουσική στην έναρξη των Ολυμπιακών...
Αναρωτιέμαι τι υποστηρίζεις...

Αναρωτιέμαι αν έχεις πάει στην Κρήτη.Αν σου αρέσει το ωραιότερο νησί του κόσμου. Αν έχεις φάει χοχλιούς και κουκουβάγια. Αναρωτιέμαι τι να σε ερεθίζει άραγε... Αν έχεις ωραία φωνή, αν η αφή σου είναι αργή.

Αναρωτιέμαι αν με διαβάζεις, αν ακολουθείς το δρόμο...
Αν...αν..αν...
Αν... (ξεροκαταπίνω).

Μίλα μου.Αναρωτιέμαι:μιλάς τη γλώσσα μου?
Ακούς τα μάτια μου?Σε έχουν κοιτάξει ποτέ? Αναρωτιέμαι....

Αναρωτιέμαι αν έχεις περάσει από αγρότοπους, αν έχεις μυρίσει τα λουλούδια στην ανατολή... αν έχεις περπατήσει ανάμεσα σε νυχτολούλουδα...αν έχεις γευτεί φιλιά καρδιάς..Αληθινά φιλιά χωρίς σκέψη...

Εχει φθάσει η στιγμή να χαλαρώνεις, να ζαλίζεσαι από τη μέθη του έρωτα και να αφήνεσαι σε εφήμερες αγκαλιές?

Ταξιδεύεις?Με συγχωρείς...σε ξαναρώτησα.
Έχεις κάνει ποτέ νάρκωση?Έχεις ξυπνήσει μετά?

Αναρωτιέμαι αν έχεις ζήσει στην επαρχία..Αν έχεις πατήσει σταφύλια στον τρύγο, αν έχεις κάνει σταφυλοθεραπεία, αν έχεις σκουλαρίκι στη γλώσσα (μάλλον όχι...)

Αναρωτιέμαι αν σου αρέσει ο Αστερίξ, αν φοράς φανελάκι... αν σιχαίνεσαι τις κατσαρίδες, αν έχεις τατουάζ...

Αναρωτιέμαι... Υπάρχεις?
Θα έρθεις ποτέ?

(Τίνα Δασκαλαντωνάκη Περιοδικό Paper)

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010



Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης ~ Μουσική:Δημήτρης Παπαδημητρίου ~ Ερμηνεία: Γεράσιμος Ανδρεάτος ~

Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...

Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις έριες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

ΟΜΟΡΦΑ ΛΟΓΙΑ...


Γι' αυτό ρούφηξε όσο πολιτισμό μπορείς. Κολύμπα μέσα σε πίνακες, μουσική, παλιά και νέα φίλμ, βιβλία, αρχιτεκτονική, ποιήματα, τοπία φύσης και πόλης. Άρπαξε απρόβλεπτες εικόνες και τυχαίες συζητήσεις. Και κράτα μόνο ότι αγαπάς βαθιά. Γιατί αυτό που λέγεται προσωπική φωνή ενσωματώνει ταυτόχρονα ατομική προοπτική και συλλογική εμπειρία, φέρνοντας μέσα στον πυρήνα την ετερότητα.
Το παιχνίδι αυτό απαιτεί ανασκαφές και γνώσεις, ή ανασκαφή και γνώση, και πάντως προσωπική εμπλοκή και πράξη σφικτά δεμένη με την θεωρία. Πρόκειτε για μια έμπρακτη θεωρία, που εκ των υστέρων μετατρέπεται σε εκ των προτέρων. Με δουλειά πάνω στις μορφές, τη γλώσσα, την εικόνα, την δραματουργία, τα φοβερά μυστήρια του timing. Να χειριστείς τους περιορισμούς ως εφαλτήριο, μετατρέποντας τα μειονεκτήματα σε πλεονεκτήματα. Με πάθος, αφοσίωση και εσωτερική πειθαρχεία. Να πειραματίζεσαι, γιατί η ζωή είναι πολύ μικρή για να υποταχθείς στο αυτονόητο. Στόχος να συλλάβεις το ασύλληπτο, το αδιανόητο που διαισθάνεσαι, να μετατρέψεις το γνωστό σε πρωτοείδοτο, πλησιάζοντας ταυτόχρονα τις ελευθερίες και τις δεσμεύσεις του προσωπικού σου βλέμματος. Γιατί γενέθλια γή δεν είναι ο τόπος που γεννηθήκαμε. Γενέθλια γη είναι το πεδίο ανακάλυψης και αποδοχή του προσωπικού μας βλέμματος.
Γιατί πάντοτε, και ακόμα περισσότερο σε μια εποχή με έντονα πολιτικά ζητούμενα, το αυθεντικό συνιστά πολιτική πράξη.
"Αντουανέττα Αγγελίδη, 50 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/νικης"

ΠΙΠΙΝΕΖΑ ΜΟΥ... ΒΡΕΧΕΙ!!!

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Ο ΚΕΜΑΛ



Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκηπα,της ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ' αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ' τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ' τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλειά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δύο γέρικες καμήλες μ' ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ' αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα...